Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Είναι φερέφωνο ελπίδας ότι άρχισα να νιώθω

Είναι φερέφωνο ελπίδας
ότι άρχισα να νιώθω
Είναι φερέφωνο ελπίδας
Και μπροστά μου άρχισαν να απομυθοποιούνται οι θεοί της φαντασίας
Τα περιέργά της μάτια είναι τροχοπέδη εξουσίας
και μια λαχτάρα υποκουλτούρας
σα φαινομενικό υποκατάστατο μιας εθνικής μαστούρας
Τη μορφή της να διαγράφει το ήσυχο φεγγάρι
υπερβολικά καλώδια και χαμένα ηλεκτρόδια
Μια Ελένη για τον Πάρη

Δημοσιεύτηκε στο blog του ΤΕΦΛΟΝ

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Το βράδυ που κόντεψα να πεθάνω από ταχυκαρδία

Είναι φερέφωνο ελπίδας
ότι άρχισα να νιώθω
Είναι φερέφωνο ελπίδας
Και μπροστά μου άρχισαν να απομυθοποιούνται οι θεοί της φαντασίας

Κέρκυρα, 23/4/2013 με το ξεκίνημα της νέας μέρας

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Χανς και Γκρέτελ (εισαγωγή)

Σύντομα όλοι θα 'ναι νεκροί
σύντομα δεν θα 'χεις χρόνο να κλάψεις
σύντομα όσα ήξερες να τα ξεχάσεις
σύντομα....

Πάνω στο άλογο ο νεκρός καβαλάρης με μίσος κοιτά
τον μίζερο όχλο που με βήμα αργό προχωρά
στα μαύρα ντυμένος, σκυμμένος με τους άλλους πενθεί
γυναίκες παιδιά, άρρωστοι γέροι, τραυματίες πολλοί

Πόνος, θρήνος, απορία κι οδυρμός
ήταν της Μοίρας αρχαίος χρησμός
ένα πλήθος για ελπίδα στο χάος να ψάχνει
το άυλο Φάντασμα με το μάτι του πιάνει

Όλο το σύμπαν χαζεύει, τα άστρα με τρόπο κοιτάν χαμηλά
τον ασήμαντο κόσμο που με δέος προσκυνάει κρυφά
στα πόδια δεμένος, πεσμένος με τους άλλους ποθεί
του Βέιρ τον ήλιο να ανατέλλει με αχτίδα χρυσή

Αίμα, μίσος, αρρώστια, λιμός
είναι της Κατάρας κανόνας χρυσός
ένα πλήθος που κύκλους στο άπειρο κάνει
χωρίς το τέλος ποτέ του να φτάνει

Μέσα στις βάρκες τους σπρώχνει ο βαρκάρης μες στα νερά
το μίζερο κόσμο που με φόβο υποφέρει βουβά
με φίδια γεμάτος ο παράξενος βάλτος τα μυαλά τους ρουφά
μόνο ο Χανς προσπαθεί να γιατρέψει τις πληγές του γοργά
να συναντήσει τη Γκρέτελ ξανά

Η κοπέλα και το παράλογο (πρόλογος)

ΚΟΠΕΛΑ: Άδραξε την μέρα καράφλα. Κοίτα πως το γρασίδι μισόχλωρο προσμένει τις πρώτες σταγόνες του ηλίου.

Αφουγκράσου τον απαλό ήχο που αναδίδει το πέπλο της Αυγής καθώς ντύνει με θολά χρώματα τις μουντές εικόνες μιας σκοτεινής πόλης που σε περιμένει να την συναντήσεις.

Πέρασαν μήνες πολλοί, ατελείωτες μέρες και νύχτες που ασάλευτος με παρακολουθούσες να δίνω νόημα στην χωρίς νόημα ζωή σου.

Γέλασα, έκλαψα, ερωτεύτηκα, θύμωσα.

Με είδες να σέρνομαι γυμνή, να παρελαύνω πάνω σε άρμα βασίλισσα και άφησες τον εαυτό σου ανέκφραστο ασάλευτο μπροστά μου, παθητικό δέκτη της πιο ακατάσχετης ακτινοβολίας.

ΚΑΡΑΦΛΑΣ: Όπως ο Προμηθέας δόθηκε βορά στα αρπακτικά για χάρη των θεών, έτσι ήρθα κι εγώ. Εφόσον δεν είχα τίποτε άλλο να μεταδώσω και πρόσφερα τον εαυτό μου σε σένα, στην αιώνια προσπάθεια του ανθρώπου να σταματήσει τη διαιώνιση του είδους του, ενάντια στη λάθος φύση του.

Εμφανίστηκα μπροστά σου όπως είμαι. Με τα λάθη μου, με τις αδυναμίες μου. Ώρες ολάκερες, άφησα τον εαυτό μου να γίνει δέκτης της πιο ανίερης εκφραστικότητας. Αναμεταδότης της πιο ιερής βλασφημίας. Συνέλεγα την κάθε σου έκφραση, το κάθε σου συναίσθημα την κάθε σταγόνα των δακρύων σου, τον κάθε ήχο από τους χτύπους της καρδιάς σου και περίμενα να με λυτρώσεις. Σε ένιωθα κοντά μου, δίπλα μου, μέσα μου να με παρασέρνεις στον απύθμενο βούρκο του επιφανειακού και ανήμπορος να αντιδράσω έλπιζα να ξεκινήσεις την αντίστροφη πορεία.

ΚΟΠΕΛΑ: Κι όμως έμεινες εδώ μπροστά μου και ποτέ σου δεν έβγαλες από μέσα σου ότι ένιωθες. Πότε μου δεν κατάλαβα αν πραγματικά με θες ή ήταν απλά ένα βίτσιο σου, η ανάγκη σου για αυτοεπιβεβαίωση, ο ανεκπλήρωτος έρωτας με κάποιαν άλλη ή αδράνεια, αδυναμία να φύγεις.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Τρίτη

Τις Τρίτες. Τις Τρίτες να φοβάσαι. Τις Τρίτες που έρχονται με το πέπλο του σκότους στα χέρια.

Ο θάνατος, να κείτεσαι γυμνός νύχτα στα χλωρά χόρτα χωρίς να υπάρχει τίποτα για να καλύψεις το σώμα σου χωρίς να μπορείς να φωνάξεις. Ο θάνατος, η απουσία ήχου και κίνησης.

Θάνατος είναι οι στιγμές πριν το θάνατο.

Κέρκυρα, 16 Γενάρη 2013

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Νίκος Εγγονόπουλος: Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π' αγαπούμε

Είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχη
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ' τα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε
σα δάκρυα
σαν ακρογιάλια φωτεινά
σα ρόδια

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε κύκνοι
τα πάρκα τους
ζουν μόνο μέσα στην καρδιά μας
είν' τα φτερά τους
τα φτερά αγγέλων
τ' αγάλματά τους είναι το κορμί μας
οι ωραίες δεντροστοιχίες είν' αυτές οι ίδιες
ορθές στην άκρια των ελαφρών ποδιών
τους
μας πλησιάζουν
κι είναι σαν μας φιλούν
στα μάτια
κύκνοι

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε λίμνες
στους καλαμιώνες τους
τα φλογερά τα χείλια μας σφυρίζουν
τα ωραία πουλιά μας κολυμπούνε στα νερά τους
κι ύστερα
σαν πετούν
τα καθρεφτίζουν
- υπερήφανα ως ειν' -
οι λίμνες
κι είναι στις όχθες τους οι λεύκες λύρες
που η μουσική τους πνίγει μέσα μας
τις πίκρες
κι ως πλημμυρούν το είναι μας
χαρά
γαλήνη
είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε
λίμνες

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν σημαίες
στου πόθου τους ανέμους κυματίζουν
τα μακρυά μαλλιά τους
λάμπουνε
τις νύχτες
μεσ' στις θερμές παλάμες τους κρατούνε
τη ζωή μας
είν' οι απαλές κοιλιές τους
ο ουράνιος θόλος
είναι οι πόρτες μας
τα παραθύρια μας
οι στόλοι
τ' άστρα μας συνεχώς ζούνε κοντά τους
τα χρώματά τους είναι
τα λόγια της αγάπης
τα χείλη τους
είναι ο
ήλιος το φεγγάρι
και το πανί τους είν' το μόνο σάβανο που μας αρμόζει :
είν' οι γυναίκες που αγαπούμε σαν σημαίες

είν' οι γυναίκες που αγαπούμε δάση
το κάθε δέντρο τους είν' κι ένα μήνυμα του πάθους
σαν μεσ' σ' αυτά τα δάση
μας πλανέψουνε
τα βήματά μας
και χαθούμε
τότες είν'
ακριβώς
που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας
και ζούμε
κι όσο από μακρυά ακούμε νάρχωνται οι μπόρες
ή και μας φέρνει
ο άνεμος
τις μουσικές και τους θορύβους
της γιορτής
ή τις φλογέρες του κινδύνου
τίποτε - φυσικά - δε μπορεί να μας φοβίση
ως οι πυκνές οι φυλλωσιές
ασφαλώς μας προστατεύουν
μια που οι γυναίκες π' αγαπούμε είναι σα δάση

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν λιμάνια
(μόνος σκοπός
προορισμός
των ωραίων καραβιών μας)
τα μάτια τους
είν' οι κυματοθραύστες
οι ώμοι τους είν' ο σηματοφόρος
της χαράς
οι μηροί τους
σειρά αμφορείς στις προκυμαίες
τα πόδια τους
οι στοργικοί
μας
φάροι
- οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κ α τ ε ρ ί ν α -
είναι τα κύματά τους
οι υπέροχες θωπείες
οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν
μόνε
μας
δείχνουνε το δρόμο
- φιλικές -
προς τα λιμάνια : τις γυναίκες που αγαπούμε

έχουνε οι γυναίκες π' αγαπούμε θεία την ουσία
κι όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας
τις κρατούμε
με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ' όμοιοι
στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
τίποτε δεν είν' πια δυνατό να μας κλονίση
με τα λευκά τους χέρια
αυτές
γύρω μας γαντζώνουν
κι έρχονται όλοι οι λαοί
τα έθνη
και μας προσκυνούνε
φωνάζουν
αθάνατο
στους αιώνες
τ' όνομά μας
γιατί οι γυναίκες π' αγαπούμε
την μεταδίνουν
και σ' εμάς
αυτή
τη θεία τους
ουσία