Ειρήνη
Αφιερωμένο στα θέματα του Κοσόβου
«Αυτά το φιλί
θάνατος κι ανάσταση
ειρήνη και επανάσταση
αυτά το φιλί...»
Ήταν κάποιες μέρες του Μάρτη που αγχώθηκα πολύ
το κορμί μου γέμισε με στίγματα του άγχους
τώρα κοιτάω τον εαυτά μου στο καθρέπτη και τρέμει το χέρι μου
καθώς γράφω
Ήταν μια νύχτα του Μάρτη, 18 προς 19 του μηνάς, που τρόμαξα μήπως πεθάνω
το μυαλά μου γέμισε με τύψεις και με φόβους πρωτόγνωρους
ακόμα προσπαθώ να καταλάβω γιατί αντέδρασα έτσι εκείνο το απόγευμα
και ακόμα αναρωτιέμαι
Ήταν ένα απόγευμα του Μάρτη που καθόμουνα στο σπίτι μου
το τηλέφωνο χτύπησε και η Ειρήνη μου ζήτησε να πάμε βόλτα
Δεν είχα συνειδητοποιήσει γιατί γίνονταν όλα αυτά
και ήμουν ευτυχισμένος
Ήταν δέκα η ώρα περίπου εκείνο το απόγευμα όταν καθίσαμε σε ένα καφενείο μετά από μια σύντομη βόλτα που με άγχωσε γιατί κατάλαβα άτι κάτι θα γίνει
κοιταζόμασταν σαν μικρά παιδιά στα μάτια
καθώς μιλάγαμε
Ήταν κάποια στιγμή που με ρώτησε «τι γίνεται με μας;»
Το στόμα μου άρχισε να τρέμει και τρεις φράσεις κύλησαν με δυσκολία (έξω από τα δόντια μου)
ακόμα θυμάμαι τη χαρά στο πρόσωπό της όταν της είπα «μου αρέσεις»
και εκεί πέθανα
Ήταν εκείνη η στιγμή που το χαλασμένο μου μυαλό δεν άντεξε την ευτυχία
τα μάτια μου είχαν τη γυαλάδα του μεθυσμένου
τώρα σκέφτομαι το άγχος που είδα στο πρόσωπό της και αγχώνομαι περισσότερο
για αυτήν
Ήταν κάποιο δευτερόλεπτο, αιώνας ολόκληρος, που κατάλαβα
ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται και το πάτωμα να υποχωρεί
προσπαθεί να ξεχάσω τη ζαλάδα και το φόβο στα μάτια της
και δεν μπορώ
Ήταν κάνα δεκάλεπτο-εικοσάλεπτο που άκουσα τις πιο πρόστυχες δικαιολογίες
τα αυτιά βοέηæαν από ξένους εφιάλτες που αδυνατούσα να διώξω
τώρα σκέφτομαι άτι αμέσως κατάλαβα ότι όλα ήταν ψέμματα
και
δεν έκανα τίποτα
Ήταν κάποια λεπτά μετά που αγκαλιασμένοι πια και χορτασμένοι απά øεέτικα φιλιά αποχαιρετηθήκαμε
το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει
μάταια προσπαθή να θυμηθεί πως βρέθηκα σπίτι μου και πως λιποθύμησα
καθής κοιμόμουν
Ήταν κάποιες μέρες μετά τις 21 του Μάρτη που άλλαξα
η προσωπικότητά μου αδύναμη να με κρατήσει μεταμορφώθηκε
ακάμα θυμάμαι την έκπληîη του τύπου που με κοίταîε πρωί-πρωί
καθής του μίλησα
Ήταν κάποιες ήρες μέχρι το απάγευμα της 19ης του μάρτη ατελείωτες
¸πεσα να κοιμηθή μπας και περάσουν αλλά μάταια
κάθε λίγο îυπνοέσα και θυμάμουν το κρίσιμο δευτεράλεπτο
και φοβάμουν
Ήταν κάποιες φορές της μέρας που είχα τάσεις αυτοκτονίας
πέρασα μια δεέτερη εφηβεία σε ένα απάγευμα
τα εναγήνια ερωτήματα της εφηβείας ήρθαν îανά στο μυαλά μου
και δεν είχα απάντηση για τίποτα
Ήταν κάποιες ήρες πριν φέγω για κέρκυρα που με πλησίασε
μου μίλησε με λάγια γαλήνια και øεέτικα για να με παρηγορήσει
εγή τσίμπησα και γαντæήθηκα πάνω της σαν μικρά παιδί
γιατί είμαι ανασφαλής (γαμώ το κέρατό μου)
Ήταν έντεκα ήρες μέσα στο πλοίο που την σκέφτηκα πολέ λίγο
που μίλαγα συνέχεια για θέματα άσχετα για να μην πονώ
που κοιμήθηκα χωρίς άγχος κουρασμένος
χωρίς να σκέφτομαι
Ήταν κάποιες μέρες μάλις ήρθα στην κέρκυρα που ένοιωθα îένος
οι συγγενείς μου και οι φίλοι μου μοέ έμοιαæαν îένοι και απάμακροι
ακάμα θυμάμαι τη λαχτάρα μου να φέγω αμέσως πίσω
και μετανιήνω
Ήταν κάποιες στιγμές που είπα να κρατήσω μέσα μου άτι έγινε
το μυαλά μου πάλεøε με το υποσυνείδητά μου και έχασε
ακάμα και τήρα άπου σταθή κι άπου βρεθή λέω το προβλημά μου
για να νιήσω καλέτερα
είναι κάποιες στιγμές που νιώθω την ανάγκη να σε δω
όλοι μου λένε πως δεν πρέπει αν θέλω να μη σε χάσω
παίρνω τηλέφωνα και στο κλείνω για να ακούσω τη φωνή σου
γιατί μου λείπεις
είναι κάποιες μέρες που γράφω στίχους ολοκληρωτικά παιδικούς
το χέρι μου, το μυαλά μου, το είναι μου ξεχειλίσουν από την ανάγκη να γράφω
από μέσα μου πηγάζει η ανάγκη της δημιουργίας καθώς σε σκέφτομαι και βγάζω στο χαρτί τους πιο μεγάλους μου φόβους
γιατί «δεν θέλω να σε χάσω»
(*) Ήταν μια βόλτα στο κέντρο του ηρακλείου, χιλιόμετρα αμέτρητα, που κουράστηκα
τα πόδια μου πονούσαν μα συνέχισα να περπατώ για να σε βλέπω
δεν μίλαγες γιατί φοβόσουν να μιλήσουμε και ένιωσα άσχημα
όταν σου φώναξα
Ήταν μια εκδρομή στο Τυμπάκι, πρώτη Μαϊού, που σε αγνόησα εντελής
σου είπα ένα ξερά «Γειά» πριν μπούμε στο λεωφορείο και μετά δεν σου ξαναμίλησα
θυμάμαι τον τρόπο που με κοίταζες πριν βγούμε απ' το λεωφορείο και χαίρομαι
γιατί ήσουν νευριασμένη
Ήταν ένα τηλέφωνο που σε πήρα την άλλη μέρα, εσωτερική ανάγκη
δεν άντεξες και μου έδειξες πάσο ενοχλήθηκες με αυτά που έκανα
ακόμα θυμάμαι τις μονολεκτικές απαντήσεις που μου έδινες όταν σου μίλαγα
γιατί δεν σου άρεσε αυτά που έκανα
(Βασίλης: και με το Κόσοβο τι έγινε;)
.jpg)