Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Εσωτερική Κοσμογονία


Σ τ α   ό ν ε ι ρ α   μ ο υ   λ ε ί π ε ι   η   σ ι γ ο υ ρ ι ά
Σ τ α   ό ν ε ι ρ α   μ ο υ   α ρ χ ί ζ ε ι   η   α μ φ ι β ο λ ί α
Ο   κ ό σ μ ο ς   μ ο υ   γ ί ν ε τ α ι   π ε ρ ί ε ρ γ ο ς   κ α ι   α σ τ α θ ή ς
Α λ λ ά ζ ο υ ν   γ ρ ή γ ο ρ α   ο ι   ε ι κ ό ν ε ς   γ ύ ρ ω  μου

Τη μια με πλακώνουν, την άλλη με ερημώνουν
Κυριαρχούν οι σκιές μες στη ψυχή μου
Τη μια με στοιχειώνουν, την άλλη με αθωώνουν
Βγαίνουν έξω απ' το όνειρό μου, με κλείνουν μέσα του

Κι αν κάποτε αναρωτηθώ τι θέλω και ποιός είμαι
Απάντηση, απάντηση δε θα βρω
Θα με περικυκλώσουν ερωτήσεις
Θα ξυπνήσω ξαφνικά μέσα σε ένα όνειρο
Και κάθε αλήθεια γραμμένη θα σβηστεί
Κάθε γνωστό θα γίνει άγνωστο και ξένο
Θα μείνω μόνος στο κενό
Το τέλος καρτερικά θα περιμένω

Νοέμβρης 2002

Απ' την αρχή (η αρχή μόνο)

Τρελός παπάς με βάφτισε
Στη φούρια του με λάχτισε
Λαχτάρισα να βγώ απ' τη κοιλιά της μάνας μου
Ποτέ μου εγώ δεν έβρεξα το εσωτερικό της πάνας μου

Από μικρός σου έγραφα στιχάκια
Αστεία, έξυπνα για τα άλλα τα παιδάκια
Όταν οι άλλοι έβλεπαν τη “Δυναστεία”
Είχα ήδη κάνει τη πρώτη μου ληστεία

Στο γυμνάσιο οι φίλοι μου καπνίζανε
Κουταμάρες έλεγαν κι όλη μέρα βρίζανε
Να οδηγώ δεν έμαθα ποτέ μου
Κι όλο κλεινόμουνα στο καμπινέ μου

Απ' το λύκειο σαν αέρας πέρασα
μαθήματα, συστήματα τα ξέρασα
άλλους φίλους έμαθα και γνώρισα
απ' τις παλιές μου θέσεις υποχώρησα

1999

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Γαλάζια ξωτικά και γυάλινοι σκύλοι

Λόφοι συνθλίβονται ξαναπερνούν από τα ίδια μέρη. Παραστάσεις απλοποιούνται και απολαμβάνουν τη γυμνή ομορφιά τους. Τα ποτάμια γυρνάνε στην πηγή τους, τα πρόσωπα αλλάζουν χαρακτηριστικά. Χρωματιστά ζωάκια μάς κουνούν την μουσούδα τους με τέσσερα ξύλινα πόδια. Η ομορφιά του τοπίου μαγνητίζει και έλκει τα σιδερένια κουτιά της άκακης μηχανής και του άκαρδου λιονταριού που προσπάθησε να γίνει ο βασιλιάς των ζώων πριν ξεκινήσουν μαζί το ταξίδι. Τα αερόστατα στον ουρανό καίνε προπάνιο φτιαγμένο από ζαχαρωτά από το σπίτι της μάγισσας. Ο βαθυστόχαστος γίγαντας ακόμα περιμένει το λυπημένο παιδί και η αυλή πλημμυρίζει άνοιξη. Όλες οι γωνιές πλημμυρίζουν άνοιξη από τα σπίτια των χωρικών μέχρι την αυλή της κακιάς κουτσοδόντας γριάς, που στο καζάνι της βράζει ξόρκια και ματζούνια. Η τρελή παρέα τρέχει για την κεκλιμένη θάλασσα πριν το νερό φύγει από τις άκρες του κόσμου και πέσει στα κεφάλια των Σοφών. Στην άκρη του βουνού η κοπέλα συναντά το ζεστό αέρα και πετάει το μυαλό της στο νερό. Η ψυχή μένει μόνη της και αναπληρώνει την όραση. Βλέπει οάσεις, ξεχνάει στερήσεις και τεντώνει το σώμα. Εξαϋλώνει και πραγματώνει. Ο γυάλινος σκύλος κοιτά απορημένος, προσμένει το κόκκαλο της κατανόησης. Ώρες περίμενε στα χρυσά στάχια την κοπέλα να τον πλησιάσει. Τα τριαντάφυλλα μιλούν και δείχνουν τον δρόμο για τη χώρα των πάγων. Εκεί περιμένει το μεγάλο μυστικό της ανθρωπότητας. Τα δώρα και η ζαλισμένη επιβράβευση. Τα γαλάζια ξωτικά και οι χαμογελαστοί τοίχοι. Εκεί ξεκουράζεται ο παιδικός πόθος και τα σημάδια στο δάσος δείχνουν το δρόμο για να ανέβεις τη μαγεμένη φασολιά.

Μέλλον

Αλλά εγώ είμαι ζαλισμένος
Το μυαλό μου πάει να σπάσει
Αν ήταν να αυτοκτονήσω
θα ήθελα να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα
για να λυτρωθώ
Για να μην μπορεί ένας τρελός επιστήμονας
(Που δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτε άλλο πέρα απ’ την επιστήμη του)
Στο μέλλον να ανασύρει τις εικόνες απ’ το μυαλό μου
Και δει πράγματα απερίγραπτα
Να μην εξαπατηθεί και κάνει τα ίδια λάθη
Να μην ζήσει κι αυτός μέσα στο πόνο μου

Ξημέρωμα 11/8/99 Κέρκυρα

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Χθες που επέστρεψα (Reloaded)

Το χθεσινό όνειρο είχε δραματικές εναλλαγές σαν μια ταινία που οι σκηνές της πότε μοιάζουν με τραγωδία και πότε γκραν γκινιόλ.
Επέστρεφα στο Μάντερλει μια μέρα σκοτεινή συννεφιασμένη, στο γέρμα του χρόνου προετοιμασμένος να ακούσω και να δω το αποτύπωμα της ήττας μου στην πόλη που γεννήθηκα.
Πλησίαζα πάνω στο άλογό μου και περίμενα να αντικρίσω τα έρημα τείχη, να ακούσω στο βάθος το σιωπηρό κλάμα των μανάδων που δεν θα έβλεπαν τα παιδιά τους, τις σημαίες μεσίστιες και το βλοσυρό βλέμμα του Υπέρτατου Κριτή.
Και να σου από τα βάθη αργοπερνά τις Πύλες τις Σκαιές η Ελένη κρατώντας στα χέρια της το βέλος που αστόχησε και δε με σκότωσε.
Έρχονταν χαμογελώντας για να με χρήσει νικητή. Και αυτό το αν και το γιατί να με γυροφέρνει πιο έντονο από το θάνατο.
Είναι να μην ξυπνάς ιδρωμένος με τέτοια όνειρα;
28/9/2012 (πολύ καλύτερα από τις 1/9 σίγουρα)





Ένα ποίημα-διαπίστωση που δέχεται μερική ή ολική αναθεώρηση

Οι σημερινοί ποιητές είναι
Δολιοφθορείς χαλασμένων μηχανών
Δολοφόνοι των νεκρών

Ο λυρισμός τους εξαντλείται
σε μια σταγόνα νερό
που μοιάζει ωκεανός στα μάτια τους

Τα τετράδιά τους
Είναι σακούλες σάπιων φαγητών
Τουαλέτες περιττωμάτων
Πτυελοδοχεία συναισθημάτων

Χορτάσαμε τέχνη
Χορτάσαμε ουρανό
Ας επιστρέψουμε στα σπίτια μας

Όλντενμπουργκ, 6 Ιουλίου 2009

Με αφορμή μια αλλόκοτη ιστορία

 

στον E. A. Poe

"He who has never swooned, is not he who finds strange palaces and wildly familiar faces in coals that glow; is not he who beholds floating in mid-air the sad visions that the many may not view; is not he whose brain grows bewildered with the meaning of some musical cadence which has never before arrested his attention".
(E.A. Poe: The Pit and the Pendelum)

Όποιος δε λιποθύμησε ποτέ του
δε βρήκε στην άμμο σβησμένα ιδεογράμματα
δε βρήκε στους καπνούς του αργιλέ του
πένθιμα, κρυμμένα οράματα

δε βρήκε στα μάτια του παιδιού του
τη θλίψη βασιλιά
και στα λουλούδια του σπιτιού του
μια άγνωστη, αρχαία μυρωδιά

Τα δίχτυα που σου έπλεκε
μια μάγισσα αράχνη
μαύρη πέτρα έπεσε
και ποιος τα ξαναφτιάχνει;