Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Χανς και Γκρέτελ (εισαγωγή)

Σύντομα όλοι θα 'ναι νεκροί
σύντομα δεν θα 'χεις χρόνο να κλάψεις
σύντομα όσα ήξερες να τα ξεχάσεις
σύντομα....

Πάνω στο άλογο ο νεκρός καβαλάρης με μίσος κοιτά
τον μίζερο όχλο που με βήμα αργό προχωρά
στα μαύρα ντυμένος, σκυμμένος με τους άλλους πενθεί
γυναίκες παιδιά, άρρωστοι γέροι, τραυματίες πολλοί

Πόνος, θρήνος, απορία κι οδυρμός
ήταν της Μοίρας αρχαίος χρησμός
ένα πλήθος για ελπίδα στο χάος να ψάχνει
το άυλο Φάντασμα με το μάτι του πιάνει

Όλο το σύμπαν χαζεύει, τα άστρα με τρόπο κοιτάν χαμηλά
τον ασήμαντο κόσμο που με δέος προσκυνάει κρυφά
στα πόδια δεμένος, πεσμένος με τους άλλους ποθεί
του Βέιρ τον ήλιο να ανατέλλει με αχτίδα χρυσή

Αίμα, μίσος, αρρώστια, λιμός
είναι της Κατάρας κανόνας χρυσός
ένα πλήθος που κύκλους στο άπειρο κάνει
χωρίς το τέλος ποτέ του να φτάνει

Μέσα στις βάρκες τους σπρώχνει ο βαρκάρης μες στα νερά
το μίζερο κόσμο που με φόβο υποφέρει βουβά
με φίδια γεμάτος ο παράξενος βάλτος τα μυαλά τους ρουφά
μόνο ο Χανς προσπαθεί να γιατρέψει τις πληγές του γοργά
να συναντήσει τη Γκρέτελ ξανά

Η κοπέλα και το παράλογο (πρόλογος)

ΚΟΠΕΛΑ: Άδραξε την μέρα καράφλα. Κοίτα πως το γρασίδι μισόχλωρο προσμένει τις πρώτες σταγόνες του ηλίου.

Αφουγκράσου τον απαλό ήχο που αναδίδει το πέπλο της Αυγής καθώς ντύνει με θολά χρώματα τις μουντές εικόνες μιας σκοτεινής πόλης που σε περιμένει να την συναντήσεις.

Πέρασαν μήνες πολλοί, ατελείωτες μέρες και νύχτες που ασάλευτος με παρακολουθούσες να δίνω νόημα στην χωρίς νόημα ζωή σου.

Γέλασα, έκλαψα, ερωτεύτηκα, θύμωσα.

Με είδες να σέρνομαι γυμνή, να παρελαύνω πάνω σε άρμα βασίλισσα και άφησες τον εαυτό σου ανέκφραστο ασάλευτο μπροστά μου, παθητικό δέκτη της πιο ακατάσχετης ακτινοβολίας.

ΚΑΡΑΦΛΑΣ: Όπως ο Προμηθέας δόθηκε βορά στα αρπακτικά για χάρη των θεών, έτσι ήρθα κι εγώ. Εφόσον δεν είχα τίποτε άλλο να μεταδώσω και πρόσφερα τον εαυτό μου σε σένα, στην αιώνια προσπάθεια του ανθρώπου να σταματήσει τη διαιώνιση του είδους του, ενάντια στη λάθος φύση του.

Εμφανίστηκα μπροστά σου όπως είμαι. Με τα λάθη μου, με τις αδυναμίες μου. Ώρες ολάκερες, άφησα τον εαυτό μου να γίνει δέκτης της πιο ανίερης εκφραστικότητας. Αναμεταδότης της πιο ιερής βλασφημίας. Συνέλεγα την κάθε σου έκφραση, το κάθε σου συναίσθημα την κάθε σταγόνα των δακρύων σου, τον κάθε ήχο από τους χτύπους της καρδιάς σου και περίμενα να με λυτρώσεις. Σε ένιωθα κοντά μου, δίπλα μου, μέσα μου να με παρασέρνεις στον απύθμενο βούρκο του επιφανειακού και ανήμπορος να αντιδράσω έλπιζα να ξεκινήσεις την αντίστροφη πορεία.

ΚΟΠΕΛΑ: Κι όμως έμεινες εδώ μπροστά μου και ποτέ σου δεν έβγαλες από μέσα σου ότι ένιωθες. Πότε μου δεν κατάλαβα αν πραγματικά με θες ή ήταν απλά ένα βίτσιο σου, η ανάγκη σου για αυτοεπιβεβαίωση, ο ανεκπλήρωτος έρωτας με κάποιαν άλλη ή αδράνεια, αδυναμία να φύγεις.