Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Νίκος Εγγονόπουλος: Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π' αγαπούμε

Είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχη
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ' τα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε
σα δάκρυα
σαν ακρογιάλια φωτεινά
σα ρόδια

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε κύκνοι
τα πάρκα τους
ζουν μόνο μέσα στην καρδιά μας
είν' τα φτερά τους
τα φτερά αγγέλων
τ' αγάλματά τους είναι το κορμί μας
οι ωραίες δεντροστοιχίες είν' αυτές οι ίδιες
ορθές στην άκρια των ελαφρών ποδιών
τους
μας πλησιάζουν
κι είναι σαν μας φιλούν
στα μάτια
κύκνοι

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε λίμνες
στους καλαμιώνες τους
τα φλογερά τα χείλια μας σφυρίζουν
τα ωραία πουλιά μας κολυμπούνε στα νερά τους
κι ύστερα
σαν πετούν
τα καθρεφτίζουν
- υπερήφανα ως ειν' -
οι λίμνες
κι είναι στις όχθες τους οι λεύκες λύρες
που η μουσική τους πνίγει μέσα μας
τις πίκρες
κι ως πλημμυρούν το είναι μας
χαρά
γαλήνη
είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε
λίμνες

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν σημαίες
στου πόθου τους ανέμους κυματίζουν
τα μακρυά μαλλιά τους
λάμπουνε
τις νύχτες
μεσ' στις θερμές παλάμες τους κρατούνε
τη ζωή μας
είν' οι απαλές κοιλιές τους
ο ουράνιος θόλος
είναι οι πόρτες μας
τα παραθύρια μας
οι στόλοι
τ' άστρα μας συνεχώς ζούνε κοντά τους
τα χρώματά τους είναι
τα λόγια της αγάπης
τα χείλη τους
είναι ο
ήλιος το φεγγάρι
και το πανί τους είν' το μόνο σάβανο που μας αρμόζει :
είν' οι γυναίκες που αγαπούμε σαν σημαίες

είν' οι γυναίκες που αγαπούμε δάση
το κάθε δέντρο τους είν' κι ένα μήνυμα του πάθους
σαν μεσ' σ' αυτά τα δάση
μας πλανέψουνε
τα βήματά μας
και χαθούμε
τότες είν'
ακριβώς
που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας
και ζούμε
κι όσο από μακρυά ακούμε νάρχωνται οι μπόρες
ή και μας φέρνει
ο άνεμος
τις μουσικές και τους θορύβους
της γιορτής
ή τις φλογέρες του κινδύνου
τίποτε - φυσικά - δε μπορεί να μας φοβίση
ως οι πυκνές οι φυλλωσιές
ασφαλώς μας προστατεύουν
μια που οι γυναίκες π' αγαπούμε είναι σα δάση

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν λιμάνια
(μόνος σκοπός
προορισμός
των ωραίων καραβιών μας)
τα μάτια τους
είν' οι κυματοθραύστες
οι ώμοι τους είν' ο σηματοφόρος
της χαράς
οι μηροί τους
σειρά αμφορείς στις προκυμαίες
τα πόδια τους
οι στοργικοί
μας
φάροι
- οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κ α τ ε ρ ί ν α -
είναι τα κύματά τους
οι υπέροχες θωπείες
οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν
μόνε
μας
δείχνουνε το δρόμο
- φιλικές -
προς τα λιμάνια : τις γυναίκες που αγαπούμε

έχουνε οι γυναίκες π' αγαπούμε θεία την ουσία
κι όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας
τις κρατούμε
με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ' όμοιοι
στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
τίποτε δεν είν' πια δυνατό να μας κλονίση
με τα λευκά τους χέρια
αυτές
γύρω μας γαντζώνουν
κι έρχονται όλοι οι λαοί
τα έθνη
και μας προσκυνούνε
φωνάζουν
αθάνατο
στους αιώνες
τ' όνομά μας
γιατί οι γυναίκες π' αγαπούμε
την μεταδίνουν
και σ' εμάς
αυτή
τη θεία τους
ουσία

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

22/12/2003

Ποιος ποιητής, ποιος ζωγράφος, ποιος γλύπτης, συγγραφέας, αρχιτέχτονας, οραματιστής μπόρεσε να αγγίξει το θαύμα της ζωής όσο η ζωή η ίδια;

Την επόμενη μέρα φιληθήκαμε.

1

Όλα ξεκίνησαν σ’ ένα τηλεπαιγνίδι όταν με ρώτησαν «Τι ήταν ο Τσέχωφ;» Και απάντησα «Ζωγράφος». «ΟΧΙ» ήχησε στα αυτιά μου η δυνατή αλλά και θαμπή ταυτόχρονα φωνή του τηλεπαρουσιαστή οπου έκρυβε μικρές δόσεις ανακούφισης και χαράς, Τον κοίταξα με ύφος σουρωμένο, με μάτια μισόκλειστα. σαν κουταβιού και με δυσκολία ψέλλισα “Μα δεν τα εγώ, το ‘πε ο Τολστόι». «Όξω παλιοπρεζάκι αναρχικέ», φώναξε το πλήθος, «δε σε θέλουμε εδώ σκατοκομμούνι άνεργε” και καθώς δυο τύπου δίμετροι - που μόνο τα παπούτσια τους θυμάμαι - με άρπαζαν από το τρύπιο μπλουζάκι μου με τους AC/DC άκουγα το πλήθος να φωνάζει για την τιμωρία μου. Γρήγορα βρέθηκα πεταμένος στο πεζοδρόμιο σε ένα στενό κοντά στο στούνιο κι έτσι έβησε άδοξα, σχεδόν ταπεινωτικά, η πρώτη μου προσπάθεια να βγω στην τηλεόραση.

(υποταγή)

Προσκύνα με ταπεινό σκουλίκι. Φάε τις σάρκες σου και πέθανε από Αγάπη.

Ιαμβικός δεκαεφτασύλλαβος

Βαρύς αχός ακούγεται. (Θαρρώ) πολλά ντουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται. (Μωρέ) μήνα σε χαροκόπι;
(Όχι!) Μηδέ σε γαμό ρίχνονται, μηδέ σε πανηγύρι
η Ελένη κάνει έρωτα με εφτά χιλιάδες άνδρες.